Την 1η Αυγούστου η Γενική Γραμματεία Συντονισμού Διαχείρισης Αποβλήτων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας έδωσε σε δήθεν διαβούλευση τη «Στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων για τη δημιουργία δικτύου μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης απορριμματογενών ενεργειακών πρώτων υλών από αστικά στερεά απόβλητα», που αφορά την κατασκευή 6 μονάδων καύσης απορριμμάτων.
Η μελέτη υπολογίζει ότι η συνολική δυναμικότητα των πρώτων αυτών μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης αποβλήτων της χώρας στη Ροδόπη, την Κοζάνη, την Αρκαδία ή την Ηλεία, τη Βοιωτία, την Αττική και το Ηράκλειο, ανέρχεται σε 1.186.000 τόνους αποβλήτων ετησίως, με κατώτερη θερμογόνο δύναμη άνω των 10 MJ/kg, γεγονός που καθιστά το σύνολο των παραγόμενων εκροών πλήρως αξιοποιήσιμο ενεργειακά και τη μετατροπή του σε ηλεκτρικό ρεύμα.
Μέσα στον Αύγουστο δηλαδή στήνεται μια υποκριτική διαβούλευση, μέσω e-mail, που θα διαβάσουν μόνον οι ενδιαφερόμενοι στο υπουργείο, ούτε καν με δημόσια ανάρτηση των απόψεων, όπως γίνεται στο opengov ή στο Ηλεκτρονικό Περιβαλλοντικό Μητρώο, καταργώντας στην ουσία τον δημόσιο διάλογο, ώστε βιαστικά και εν κρυπτώ να αποφασιστεί η λύση ενός κρίσιμου και μακροχρόνιου προβλήματος όπως η διαχείριση των απορριμμάτων, για να μην υπάρχουν αντιδράσεις και κινητοποιήσεις κατά τη γνωστή τακτική του «αποφασίζομεν και διατάσσομεν», την οποία γνωρίζουμε πολύ καλά στην πόλη μας.
Παρότι οι μονάδες καύσης παρουσιάζονται ως λύση στο χρόνιο πρόβλημα των απορριμμάτων, εμείς εκφράζουμε τις αντιρρήσεις μας.
Η καύση απορριμμάτων, δηλαδή η θερμική επεξεργασία τους, μπορεί να προσφέρει ενεργειακά και πιθανώς περιβαλλοντικά οφέλη, αφού θα μειωθούν οι χωματερές, όμως μπορεί να συνοδεύεται και από σημαντικούς κινδύνους από τη λειτουργία των μονάδων αυτών, όπως από την εκπομπή ρύπων και τη διαχείριση της τέφρας, ιδιαίτερα όταν δεν εφαρμόζονται αυστηρές τεχνικές και περιβαλλοντικές προδιαγραφές, οι οποίες θα ελέγχονται σε τακτικά χρονικά διαστήματα από ένα αδιάβλητο σύστημα.
Ως γνωστόν, κατά την καύση παράγονται ρύποι, CO₂ φυσικά, ιδίως όταν καίγονται βιο-απαδομήσιμα υλικά, αλλά μπορεί να εκλυθούν και πολύ τοξικές ενώσεις από τα πλαστικά και τα χλωριούχα υλικά, όπως διοξίνες και φουράνια. Επίσης προκαλείται απελευθέρωση στον αέρα βλαβερών βαρέων μετάλλων και εισπνεύσιμων μικροσωματιδίων. Έχουμε πικρή εμπειρία στην Αττική από τα τζάκια και τις σόμπες το χειμώνα.
Κατά την καύση επίσης παράγεται τέφρα που περιέχει τα τοξικά υπολείμματα, τα οποία φιλτράρονται ώστε να μην απλωθούν στον αέρα ή καθιζάνουν ως υπόλειμμα που πρέπει να διαχειριστεί με μεγάλη σοβαρότητα. Δυνητικά επίσης μπορεί να προκληθεί μόλυνση του εδάφους ή των υπόγειων υδάτων, ιδίως όταν οι μονάδες αυτές δεν διατηρούν τις αυστηρές προδιαγραφές στη λειτουργία τους.
Το σημαντικότερο είναι ότι αυτές οι μονάδες θα αποθαρρύνουν στην ουσία την πραγματική ανακύκλωση, δηλαδή την προδιαλογή στην πηγή, αφού για να λειτουργούν αποδοτικά χρειάζονται μια σταθερή ροή μεγάλης ποσότητας απορριμμάτων. Εύλογα λοιπόν κάποιοι τεχνοκράτες μπορεί να επιλέγουν την καύση ως την οικονομικότερη και πιο γρήγορη λύση, αντί της διαλογής, της επεξεργασίας και της κυκλικής οικονομίας, που είναι μεν πιο χρονοβόρες διαδικασίες, αλλά με σοβαρότερα μακροχρόνια αποτελέσματα για την οικονομία και τις κλιματικές επιπτώσεις.
Η εμπειρία από τη λειτουργία τέτοιων μονάδων στον υπόλοιπο κόσμο έχει αναδείξει αύξηση καρδιοαναπνευστικών προβλημάτων, χρόνιων ασθενειών και καρκίνου στους κατοίκους κοντινών περιοχών, ιδίως σε ανεπαρκώς ελεγχόμενες μονάδες καύσης.
Υποτίθεται ότι η κατασκευή μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης αποτελεί αναγκαιότητα για την επίτευξη του στόχου που θέτει το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (ΕΣΔΑ), δηλαδή τη μείωση της ταφής των αστικών στερεών αποβλήτων στο 10% έως το 2030. Παρότι η ανακύκλωση και η προδιαλογή αποτελούν βασικούς πυλώνες του ΕΣΔΑ, υπογραμμίζεται ότι χωρίς την ανάπτυξη θερμικών μονάδων για την ενεργειακή αξιοποίηση των υπολειμμάτων, ο στόχος είναι πρακτικά ανέφικτος.
Η συσκότιση και η αδιαφάνεια, ωστόσο, για μια επιλογή που θα δώσει λύση στο φλέγον ζήτημα της διαχείρισης των αστικών αποβλήτων αυξάνουν τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες μας, όσον αφορά τη μεθοδολογία στη διαδικασία χωροθέτησης των μονάδων καύσης, αλλά και όσον αφορά τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον, ιδίως αν δεν υπάρξουν περιβαλλοντικές μελέτες και αυστηροί έλεγχοι, όπως στα φίλτρα ρύπων, τη διαχείριση τέφρας κλπ.
Επιτρέψτε μας να έχουμε τις επιφυλάξεις μας. Θα γίνεται καύση απορριμμάτων ή αποτέφρωση δημόσιων κονδυλίων;
Εκτός από τους επενδυτές που θα ωφεληθούν με 28ετείς συμβάσεις δημόσιου – ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), με εγγυημένη κερδοφορία, όπως και κάποιοι επιτήδειοι και παρατρεχάμενοι, εμείς δεν έχουμε πειστεί ότι πράγματι θα δοθεί λύση στο πρόβλημα της σκουπιδιών.
Είμαστε μάλιστα βέβαιοι ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις, ιδίως στις περιοχές που υπολογίζονται να υποδεχθούν τις μονάδες καύσης σκουπιδιών, αλλά και από κάθε πολίτη που ενστερνίζεται τη δημοκρατία και σέβεται το περιβάλλον.
Επιτροπή Περιβάλλοντος
«Μαζί με τους Πολίτες»

